Wednesday, 12 May, 2021

Η… πανδημία και το δολάριο

Οι κύριοι ανταγωνιστές του δολαρίου, η Κίνα και η Ε.Ε., σπεύδουν να καλύψουν τα κενά που προκαλούνται από την υπεράσπιση

της ισχύος του αμερικανικού νομίσματος, αναπτύσσονται και μεγαλώνουν το μερίδιό τους στην παγκόσμια οικονομία.
Όταν η πανδημία βρει τη θέση της στα ράφια της Ιστορίας, ο κόσμος θα είναι διαφορετικός. Κάποια από αυτά που τον χειμώνα του 2019 πιστεύαμε ότι ήταν δεδομένα και αδιαπραγμάτευτα θα ανατραπούν οριστικά, ενώ κάποια άλλα θα βρίσκονται σε τροχιά ανατροπής. Σήμερα πολλοί σπουδαίοι άνθρωποι στον πλανήτη που έχουν αντιληφθεί τις καταλυτικές επιπτώσεις της πανδημίας έχουν αρχίσει να γράφουν για το πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον στον μετα-πανδημικό κόσμο.
Στον διεθνή Τύπο όλο και πιο συχνά δημοσιεύονται κείμενα για τις αλλαγές στην εργασία, στις επικοινωνίες, στις συναλλαγές, στην οικονομική οργάνωση και στη γεωπολιτική. Τους τελευταίους μήνες όμως, οικονομολόγοι αναρωτιούνται για το μέλλον του δολαρίου. Δεν αμφισβητούν τον ρόλο των ΗΠΑ ως παγκόσμιας ηγέτιδας δύναμης, αλλά πιστεύουν ότι το κόστος της παντοδυναμίας του είναι μεγάλο και ότι η εμμονή στην ολοκληρωτική νομισματική κυριαρχία μπορεί να οδηγήσει τις ΗΠΑ στην ίδια παρακμή στην οποία βρέθηκε το Ηνωμένο Βασίλειο μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η ηγεμονία του δολαρίου δεν είναι καθορισμένη από τη μοίρα. Το γεγονός ότι σήμερα οι Ηνωμένες Πολιτείες «φιλοξενούν» το περισσευούμενο κεφάλαιο του κόσμου πηγάζει από τη ζήτηση που υπάρχει από τους ισχυρούς, οι οποίοι θέλουν να εξασφαλίσουν συνθήκες σταθερότητας και ασφάλειας. Όμως η ηγεμονία έχει νικητές και ηττημένους στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Οι τράπεζες, που ενεργούν ως μεσάζοντες και αποδέκτες των εισροών κεφαλαίων και ασκούν υπερβολική επιρροή στην οικονομική πολιτική των ΗΠΑ, απολαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρισμα. Στον αντίποδα, όσοι συνδέονται με την παραγωγή. Γεωργία, βιομηχανία και οι εργαζόμενοι που απασχολούν, χρόνο με τον χρόνο, βλέπουν το μερίδιό τους να συρρικνώνεται. Οι εξαγωγές γίνονται πιο ακριβές, τα κέρδη περιορίζονται και οι θέσεις εργασίας λιγοστεύουν.
Οι θέσεις εργασίας στη μεταποίηση, που κάποτε ήταν κεντρικές για τις οικονομίες πολλών Πολιτειών, μετακινήθηκαν-κυρίως-στην Ασία, αφήνοντας φτώχεια και δυσαρέσκεια στον απόηχό τους. Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι πολλές από τις πιο σκληρά πληττόμενες Πολιτείες ψήφισαν τον Τραμπ το 2016.
Αυτό είναι το μεγάλο κόστος της ηγεμονίας του δολαρίου που έχει εγκλωβίσει τις πολιτικές ελίτ των ΗΠΑ. Σίγουρα αποκομίζουν σημαντικά κέρδη, αλλά οι κοινωνικές συγκρούσεις και η διευρυμένη αποδοχή των ακραίων λαϊκιστών αντιπροσωπεύουν απειλές που μακροπρόθεσμα μπορούν να αποσταθεροποιήσουν την ισχυρότερη δύναμη του κόσμου. Υπό το πρίσμα αυτό, η οικειοθελής επιλογή των πολιτικών ελίτ των ΗΠΑ, το δολάριο να μοιραστεί ή και να εκχωρήσει ένα μέρος της δύναμής του μπορεί να έχει μικρότερο κόστος από τη διατήρηση της αποκλειστικότητας του προνομίου.
Προς το παρόν, το δολάριο φαίνεται περισσότερο κυρίαρχο από ποτέ. Ακόμα και όταν η οικονομία των ΗΠΑ βυθίζεται σε ύφεση και καταγράφει απώλεια εκατομμυρίων θέσεων εργασίας, η ζήτηση αυξάνεται-αυτό συνέβη μετά την οικονομική κρίση του 2008. Από την άλλη πλευρά, οι κύριοι ανταγωνιστές του δολαρίου, η Κίνα και η Ε.Ε., αξιοποιούν το πλεονέκτημα που τους έχει παραχωρηθεί και σπεύδουν να καλύψουν τα κενά που προκαλούνται από την υπεράσπιση της ισχύος του αμερικανικού νομίσματος. Εκμεταλλευόμενες τη δύναμη του αμερικανικού νομίσματος, αναπτύσσονται και μεγαλώνουν το μερίδιό τους στην παγκόσμια οικονομία αποσπώντας μερίδια αγοράς τα οποία ανήκαν στις ΗΠΑ. Και έτσι έχουμε το οξύμωρο: Το μερίδιο των Ηνωμένων Πολιτειών στην παγκόσμια οικονομία να συρρικνώνεται και οι εισροές κεφαλαίων να αυξάνονται σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας.
Το σίγουρο είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι η πρώτη χώρα στην Ιστορία που καλείται να ισορροπήσει σε αυτήν την αντιφατική κατάσταση. Από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν ο κυρίαρχος πιστωτής στον κόσμο και η λίρα στερλίνα ήταν το κυρίαρχο μέσο χρηματοδότησης του διεθνούς εμπορίου. Το Ηνωμένο Βασίλειο κατείχε τα μεγαλύτερα αποθέματα χρυσού στον κόσμο. Οι περισσότερες χώρες διατηρούσαν τα αποθέματά τους σε χρυσό ή σε λίρες. Η ηγεμονία αυτή είχε το κόστος της. Στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα, η βρετανική οικονομία συρρικνώθηκε και οι εξαγωγές της έγιναν λιγότερο ανταγωνιστικές. Αλλά επειδή το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν προσκολλημένο στον κανόνα του χρυσού, το να διατηρεί εμπορικό έλλειμμα σήμαινε τη μεταφορά χρυσού στο εξωτερικό, γεγονός που μείωσε το ποσό των χρημάτων σε κυκλοφορία και πίεσε προς τα κάτω τις εγχώριες τιμές. Το Ηνωμένο Βασίλειο ανέστειλε τον κανόνα του χρυσού κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, μαζί με πολλές άλλες χώρες. Αλλά μέχρι το τέλος του πολέμου, ήταν ένα έθνος οφειλέτης και οι Ηνωμένες Πολιτείες, που είχαν συσσωρεύσει τεράστια αποθέματα χρυσού, το είχαν αντικαταστήσει ως κύριος πιστωτής του κόσμου.
Το 1925, το Ηνωμένο Βασίλειο, στην προσπάθειά του να επανακτήσει τον κυρίαρχο ρόλο του, επέστρεψε στον κανόνα του χρυσού, αλλά το έπραξε με την προπολεμική συναλλαγματική ισοτιμία, πράγμα που σήμαινε ότι η στερλίνα ήταν πολύ υπερτιμημένη και με πολύ εξαντλημένα αποθέματα χρυσού. Οι βρετανικές εξαγωγές συνέχισαν να υποφέρουν και τα υπόλοιπα αποθέματα χρυσού της χώρας μειώθηκαν, αναγκάζοντάς την να περικόψει τους μισθούς και τις τιμές. Η βιομηχανική ανταγωνιστικότητα της χώρας μειώθηκε και η ανεργία αυξήθηκε, προκαλώντας κοινωνική αναταραχή. Το 1931, το Ηνωμένο Βασίλειο εγκατέλειψε τον κανόνα του χρυσού για πάντα-πράγμα που σήμαινε στην πραγματικότητα την εγκατάλειψη της ηγεμονίας της στερλίνας.
Το 1902, ο Τζόζεφ Τσάμπερλεϊν, τότε υπουργός Εξωτερικών για τις αποικίες, χαρακτήρισε το Ηνωμένο Βασίλειο «κουρασμένο τιτάνα». Σήμερα, ο όρος θα μπορούσε να ταιριάζει στις Ηνωμένες Πολιτείες, που βλέπουν το δολάριο να εξασθενεί την οικονομική τους δύναμη σε σχέση με εκείνη άλλων δυνάμεων, ιδίως της Κίνας. Οι θεωρητικοί των διεθνών σχέσεων και οι οικονομολόγοι συζητούν τον βαθμό και την έκταση της παρακμής των ΗΠΑ και συνδέουν το μέλλον με τις προοπτικές του δολαρίου. Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει το μέλλον ούτε να ισχυριστεί ότι η πανδημία έκανε πιο ισχυρή την πιθανότητα για έναν «μετα-αμερικανικό» κόσμο. Αυτό όμως που μπορεί να υποστηρίξει είναι ότι η πανδημία ανέδειξε πραγματικότητες που όλοι τις θεωρούσαν αμετακίνητες.
Γιάννης Σιώτος, Δημοσιογράφος, συγγραφέας-efsyn

Μοιραστείτε με τους φίλους σας
Μοιράσου με τους φίλους σου