Friday, 27 November, 2020

Η απελευθέρωση της Γουμένισσας (23-10-1912) και η νικηφόρος πορεία του ελληνικού στρατού

Δύο μαρτυρίες του Κρώφορδ Πράις, Γράφει ο Χρήστος Ίντος

Η απελευθέρωση της Γουμένισσας από τους Τούρκους, το βράδυ της 22ας προς την 23η Οκτωβρίου 1912, και στη συνέχεια της επαρχίας της, ήταν σημαντική ενέργεια και αποφασιστικής σημασίας δράση του Ελληνικού Στρατού. Αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα για την απελευθέρωση στη συνέχεια της Θεσσαλονίκης και την ματαίωση των σχεδίων του τουρκικού επιτελείου. Το επισημαίνει ιδιαίτερα ο Κρώφορδ Πράις, ανταποκριτής της εφημερίδας ΤΑΙΜΣ του Λονδίνου, ο οποίος ακολουθούσε τον Ελληνικό Στρατό και κατέγραφε τις κινήσεις και τις επιτυχίες του από την έναρξη του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου και στη συνέχεια.
Έγραψε σχετικά:
…Η υπό των Ελλήνων κατάληψις της Γουμέντζας κατέστησεν εις αυτούς δυνατόν να απειλήσουν τα πλευρά των λειψάνων του τουρκικού στρατού, ο οποίος ήτο εστρατοπεδευμένος επί της αριστεράς όχθης του Αξιού. Ο Χασάν Ταχσίν πασσάς, μετά την πείραν την οποίαν έλαβεν εν Σαρανταπόρω και Γενιτσέ-βαρδάρ (Γιαννιτσά), είχεν αναμφιβόλως σχηματίσει εύλογον απαρέσεκιαν προς τας ελληνικάς κυκλωτικάς κινήσεις, έδωκε δε πάραυτα το άπελπι σύνθημα του ματαίου πάσης αμύνης, εμπνεύσας τον πανικόν εις τας καρδίας των εν Θεσσαλονίκη Τούρκων, οι οποίοι εφεξής εζήτουν επιμόνως την συνθηκολογίαν της πόλεως. Εγκατέλειπον επομένως πάσαν ιδέαν αμύνης του ποταμού (Αξιού), απεσύρθη δε εις Γενίκιοϊ (Νεοχωρούδα), όπου κατέλαβεν θέσιν, εκτεινομένην πράγματι από της θαλάσσης μέχρι του ποταμού Ντερμέν, ανατολικώς του Νταούτ – μπαλή (Ωραιόκαστρο).
Η σπουδαιότητα της απελευθέρωσης της Γουμένισσας και της ομώνυμης τότε επαρχίας της συνέχισε να ισχύει και μετά την κατάπαυση του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου μέχρι και την έναρξη του Β΄ Βαλκανικού το 1913. Την μεταξύ των δύο πολέμων περίοδο, οι μέχρι τότε σύμμαχοι Βούλγαροι, περιφέρονταν στην περιοχή και προσπαθούσαν να δημιουργήσουν ερείσματα σε πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά. Ήθελαν να εδραιωθούν στην περιοχή και στρατιωτικά.
Σε αυστηρή ως προς το περιεχόμενό της επιστολή του φρούραρχου Θεσσαλονίκης πρίγκιπα Νικόλαου προς τον Βούλγαρο στρατηγό Χασαψήεφ υπογραμμίζονται με μαύρα μάλιστα γράμματα τα εξής:
…Εάν την κατάληψιν χώρας τινός μετά μάχην προς τον εχθρόν αποκαλείται «ξεφύτρωμα», τότε πως θα είστε διατεθειμένος να χαρακτηρίσετε την λαθραίαν είσοδον Βουλγάρων στρατιωτών εις τα χωρία τα κείμενα βορείως του Γενιτσέ-Βαρδάρ μέχρι Γουμέντζας και Σουμπόσκου (Αριδαία); Τα μέρη ταύτα κατελήφθησαν υπό των στρατευμέτων μας ευθύς μετά την αιματηράν των νίκην εν Γενιτσέ-Βαρδάρ.
Είμαι πρόθυμος να διατάξω να παύση πάσα αποστολή ενισχύσεων, επί τω όρω όμως ότι το μέτρον τούτο θα είνε αμοιβαίον. Δέον εν τούτοις να κατανοηθή σαφώς, ότι δεν δύναμαι να αναλάβω τοιαύτας υποχρεώσεις εν σχέσει προς όλα τα διαμερίσματα, τα οποία σεις μεν θεωρείται ως ιδικά σας, αλλ΄ ημείς αξιούμεν ως καταληφθέντα υπό των στρατευμάτων μας. Ταυτοχρόνως θα θεωρήσω ότι έχετε το δικαίωμα της ελευθέρας κινήσεως των στρατευμάτων σας εις τα διαμερίσματα εκείνα, επί των οποίων η κατοχή σας δεν υπόκειται εις αμφισβήτησιν».
Στόχος του βουλγαρικού στρατού ήταν η κατάληψη της Θεσσαλονίκης και ολόκληρης της Μακεδονίας. Δεν επιτεύχθηκε, διότι τον Ιούνιο του 1913 στο Κιλκίς και στο Λαχανά δέχθηκαν καίριο και αποφασιστικής σημασίας κτύπημα και υποχώρησαν στα ίδια. Ακολούθησε η Συνθήκη του Βουκουρεστίου το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς και καθόρισε τα βόρεια σύνορα της χώρας μας.
Πηγή: Πράϊς Κρώφορδ, Οι Βαλκανικοί αγώνες, πολιτική και στρατιωτική ιστορία των εν Μακεδονία πολέμων, Αθήναι 1984

Μοιραστείτε με τους φίλους σας
Μοιράσου με τους φίλους σου