Wednesday, 5 August, 2020

Η καθημερινότητα των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στη «φλεγόμενη» Υεμένη

«Πώς νιώθεις όταν είσαι πάντα έτοιμος να εγκαταλείψεις το σπίτι σου; Είναι ένα τρομακτικό συναίσθημα. Αυτό το συναίσθημα περιγράφει

τον πόλεμο. Αυτό νιώθω και εγώ-ότι πρέπει να είμαι έτοιμος να φύγω ανά πάσα στιγμή. Η τσάντα μου είναι έτοιμη, τα έγγραφά μου είναι έτοιμα, τα παιδιά μου είναι έτοιμα». Τα λόγια αυτά ανήκουν στον Δρ Ρασίντ, γιατρό στο νοσοκομείο Χουμπάν στην πόλη Ταΐζ της Υεμένης.
Η πόλη Ταΐζ, στη νοτιοδυτική Υεμένη, περιγράφεται ως το μεγαλύτερο πεδίο μάχης του πολέμου που ταλανίζει τη χώρα. Από το 2015 που ξεκίνησε η κλιμάκωση των συγκρούσεων, η περιοχή πλήττεται από εχθροπραξίες οδηγώντας σε διάσπαση του κυβερνείου σε διαφορετικές διοικητικές περιοχές. Ο διαχωρισμός τους γίνεται με αμέτρητα σημεία ελέγχου, οδοφράγματα και μεταβαλλόμενα πεδία μάχης. Ακόμα και σήμερα η κατάσταση δεν έχει αλλάξει. Για πολλούς κατοίκους της Ταΐζ τα τελευταία χρόνια είναι στιγματισμένα από έναν μαινόμενο πόλεμο χωρίς ορατό τέλος στον ορίζοντα.
Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα εργάζονται στην Υεμένη από το 1986 έχοντας αδιάλειπτη παρουσία από το 2007. Υλοποιούν ιατρικά προγράμματα σε ολόκληρη τη χώρα ανταποκρινόμενοι στις μεγάλες ανάγκες του πληθυσμού που έχει πολύ δύσκολα πρόσβαση σε ιατρική περίθαλψη λόγω των συνεχιζόμενων συγκρούσεων. Οι ομάδες της οργάνωσης λειτουργούν 12 νοσοκομεία και κέντρα υγείας σε ολόκληρη τη χώρα και υποστηρίζουν τη λειτουργία 20 ακόμη ιατρικών εγκαταστάσεων σε 13 κυβερνεία.
Η εξαετής σύγκρουση στην Υεμένη έχει θέσει σε σοβαρό κίνδυνο την πρόσβαση των ανθρώπων σε βασική υγειονομική περίθαλψη. Στην Ταΐζ, τα ενεργά μέτωπα, οι συνεχιζόμενες μάχες και οι περιορισμοί στις μετακινήσεις ενισχύουν την ευαλωτότητα των ασθενών που δεν έχουν τη δυνατότητα πρόσβασης στις ιατρικές υπηρεσίες που χρειάζονται. Η δεινή κατάσταση που επικρατεί στη χώρα, έχει εξαναγκάσει ολόκληρες οικογένειες να εγκαταλείψουν τις εστίες τους και να χωριστούν αναζητώντας ασφαλές καταφύγιο και τροφή για την επιβίωσή τους. Οι ιστορίες ασθενών και μελών του προσωπικού από τη μαιευτική και παιδιατρική κλινική του νοσοκομείου της περιοχής Αλ Χουμπάν στην Ταΐζ, σκιαγραφούν τη σοβαρότητα της κατάστασης.
«Μια μέρα δεχτήκαμε μία ασθενή με προεκλαμψία και υπέρταση, η οποία έφτασε με σοβαρές επιπλοκές. Διαπιστώσαμε ότι αυτές οφείλονταν κυρίως στην απόσταση που είχε διανύσει. Ρωτήσαμε περισσότερα τη μητέρα της και καταλάβαμε ότι η ασθενής μεταφέρθηκε σε εμάς μέσα σε φέρετρο από έναν ανώμαλο ορεινό δρόμο ταξιδεύοντας για τρεις ολόκληρες ώρες. Είχαν ακούσει για το νοσοκομείο των Γιατρών Χωρίς Σύνορα και ήταν χαρούμενοι που κατάφεραν να φτάσουν μέχρι εδώ. Ευτυχώς η κατάσταση της ασθενούς βελτιώθηκε. Πρόκειται για μια ιστορία που δεν πρόκειται να ξεχάσω».
«Όλα ήταν πολύ καλύτερα πριν ξεκινήσει αυτός ο πόλεμος, ζούσαμε ήρεμα. Υπήρχε ασφάλεια και σταθερότητα. Σήμερα, όλοι ζούμε με το φόβο. Όταν αρρωσταίνω, αποφεύγω να πάω σε κάποια ιατρική δομή, λόγω της απόστασης. Στο παρελθόν, αν θέλαμε να επισκεφθούμε τους γονείς ή την οικογένειά μας, χρειαζόταν μόνο μια ώρα. Σήμερα, όμως φεύγεις από το σπίτι το πρωί και φτάνεις στον προορισμό σου το σούρουπο.
Γέννησα το παιδί μου στο χωριό, σε κέντρο υγείας. Εκεί, μου είπαν ότι ο γιος μου χρειάζεται ιατρική φροντίδα και διατροφική υποστήριξη. Υπάρχουν μόνο κλινικές στην περιοχή μας, δεν υπάρχουν διαθέσιμα νοσοκομεία, οπότε οδηγήσαμε για περίπου 2 ώρες για να φτάσουμε στο κοντινότερο νοσοκομείο. Βρίσκομαι σε αυτό το νοσοκομείο εδώ και τέσσερις ημέρες. Ακόμη και ένας απλός περίπατος με κουράζει. Δεν έχω συνέλθει ακόμη από το ταξίδι – ήταν πολύ κουραστικό, ειδικά για μένα που είμαι έγκυος και με αυτό το δύσκολο οδικό δίκτυο.
Εύχομαι μόνο ευτυχία για εμάς, ελπίζω σε ένα καλύτερο μέλλον. Λαχταρώ τη μέρα που δεν θα υπάρχει πόλεμος και θα ζούμε πάλι με σταθερότητα και ασφάλεια».
«Έχω δει πολλές μητέρες σε αυτό το νοσοκομείο, αλλά υπήρχαν δύο συγκεκριμένες περιπτώσεις που έχουν μείνει χαραγμένες στο μυαλό μου μέχρι σήμερα.
Ήταν δύο μητέρες που απεβίωσαν στο νοσοκομείο μας. Είχαν φτάσει από άλλα κέντρα υγείας όπου υπήρχε περιορισμένο ιατρικό προσωπικό. Μία μαία με μικρή εμπειρία, βοήθησε στους τοκετούς τους, αλλά δυστυχώς οι γυναίκες αιμορραγούσαν ακατάσχετα. Όταν έφτασαν στο νοσοκομείο μας ήταν ήδη σε κατάσταση σοκ, στο τελευταίο στάδιο.
Η 14χρονη κόρη της μίας εκ των δύο γυναικών, που τη συνόδευε, έκλαιγε πολύ και έλεγε πως, αν η απόσταση δεν ήταν τόσο μεγάλη, δεν θα είχε χάσει τη μητέρα της. Ήταν πολύ δύσκολο να παρηγορήσουμε τον πατέρα και τη μικρή κόρη ταυτόχρονα. Τι μπορείς να πεις για να απαλύνεις τον πόνο τους; Ήταν μια σπαρακτική στιγμή».
«Ο αδελφός μου και εγώ ταξιδέψαμε μαζί, πήραμε τρία διαφορετικά αυτοκίνητα για να φτάσουμε σε αυτό το νοσοκομείο και πληρώσαμε σχεδόν 78 ευρώ. Χρησιμοποιήσαμε όλα μας τα χρήματα και την ενέργειά μας για να φτάσουμε σε αυτό το μέρος. Ο δρόμος ήταν πολύ ανώμαλος, μακρύς και επικίνδυνος για μια έγκυο γυναίκα, όπως εγώ… διαβάστε τη συνέχεια εδώ

Μοιραστείτε με τους φίλους σας
Μοιράσου με τους φίλους σου