Wednesday, 2 December, 2020

Οι εθελοντές Κρητικοί αγωνιστές στη Μακεδονία

Η ελληνική ένοπλη παρέμβαση στη Μακεδονία ξεκίνησε στην ευνοϊκή για την Ελλάδα συγκυρία που προέκυψε μετά την αποτυχία της εξέγερσης του Ίλιντεν το 1903

και εντάθηκε μετά το θάνατο του Παύλου Μελά τον Οκτώβριο του 1904. Σταδιακά τα ελληνικά σώματα κατάφεραν να επικρατήσουν, αλλά η ένοπλη τους δράση τερματίστηκε με την Επανάσταση των Νεοτούρκων το 1908.
Ο Μακεδονικός αγώνας άρχισε ουσιαστικά το 1904 και μέχρι το τέλος του το 1908 αντιμετώπισε διμέτωπο ολοκληρωτικό πόλεμο τόσο κατά των Βουλγάρων κομιτατζήδων όσο και κατά των Τούρκων καταπιεστών και σωβινιστών.
Οι σχέσεις της Κρήτης με τη Μακεδονία, διαμέσου των αιώνων ήταν άριστες και παραδοσιακά ενσωματώθηκαν στη νοοτροπία και συνείδηση των κατοίκων της κάτι που είναι ιστορικά τεκμηριωμένο. Ο στρατός του Μεγάλου Αλεξάνδρου είχε Κρητικούς τοξότες, περίφημους για τις ικανότητές τους, ενώ ο ναύαρχος Νέαρχος του στόλου του Μακεδόνα στρατηλάτη, ήταν Κρητικός.
Η Κρήτη, λίγο πριν την έκρηξη του Μακεδονικού αγώνα, βρισκόταν υπό καθεστώς αυτονομίας και στην εσωτερική ζωή της Μεγαλονήσου επικρατούσε και ειρήνευση όμως αυτό δεν εμπόδισε τους εμπειροπόλεμους Κρητικούς να ανταποκριθούν στις εκκλήσεις του Μακεδονικού ελληνισμού, για να συνδράμουν στον αγώνα τους. Οι ιδιομορφίες του Μακεδονικού αγώνα ταίριαζαν απόλυτα, στον χαρακτήρα του Κρητικού πολεμιστή, αφού επρόκειτο για μια μορφή αντάρτικου αγώνα χωρίς τη συμμετοχή τακτικών στρατευμάτων. Οι συνεχείς επαναστάσεις και εξεγέρσεις κατά του Τούρκου δυνάστη δίδαξαν πολλά στον Κρητικό λαό, όσον αφορά την τακτική των ανταρτών.
Το 1902 (στην αρχή του αγώνα) ο Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης γράφει στον Πρωθυπουργό τότε Ζαΐμη
“…Στείλε μου πενήντα παλικάρια, πενήντα Κρητικούς να τους ενώσω με τους δικούς μου. Θα καταρτίσω έτσι είκοσι Σώματα και θα τα μοιράσω από τον Αλιάκμονα ώς το Μαρίχοβο και το Μοναστήρι, τη Φλώρινα, το Οστροβο (Άρνισσα), Σέτινα, Βλάδοβο (Άγρας), Βοδενά (Έδεσσα) και Καρατζόβα. Ο καιρός είναι κατάλληλος για δράση. Ένα σωρό πρόκριτοι, Ιερείς, και διδάσκαλοι είναι μυημένοι και οι οπλαρχηγοί περιμένουν ενίσχυση από την Ελλάδα. Ο ερχομός των παλικαριών από κάτω (Κρήτη) θα δώσει κουράγιο στους δικούς μου, θα εμποδίσει την αποσκίρτησή τους και θα φοβίσει τους Βουλγάρους…”.
Η απάντηση δεν άργησε να έλθει στις 11-6-1903 από τον Παύλο Μελά, που του γράφει:
«Οι ένδεκα Κρήτες που σας στέλλωμεν είναι τέλοιοι τύποι πολεμιστών, γενναίοι, ευφυείς, τολμηροί, αποφασιστικοί, φιλόδοξοι και έχοντες αναπτυγμένο εθνικό αίσθημα, είμαι βέβαιος ότι θα ενισχύσωσι καταπληκτικώς τον αγώνα σας».
Τον Ιούνιο του 1903 φθάνει το πρώτο ένοπλο σώμα από την Ελλάδα στη Μακεδονία. Το αποτελούν 10 Κρητικοί: Ευθύμιος Καούδης, Γεώργιος Πέρρος, Γεώργιος Μακρής, Λαμπρινός Βρανάς, Γεώργιος Ζουρίδης, Γεώργιος Στρατινάκης, Ευστράτιος Μπονάτος, Εμμανουήλ Καντουνάτος, Νικόλαος Λουκάκης, και Γεώργιος Σειμένης.
Η παρουσία του πρώτου αντάρτικου Σώματος των 10 Κρητικών από την ελεύθερη Ελλάδα, αν και πολύ σύντομη, λειτούργησε ιδιαίτερα ευεργετικά για τον ελληνικό αγώνα στη Μακεδονία. Η πείρα που απέκτησαν αποδείχθηκε πολύτιμη και δύο από αυτούς, ο Ευθύμιος Καούδης και ο Γεώργιος Δικώνυμος- Μακρής, διέπρεψαν αργότερα ως Αρχηγοί Σωμάτων.
Οι Κρητικοί είδαν την υπόθεση της Μακεδονίας σαν να ήταν δική τους και ένιωσαν τα δεσμά της σκλαβιάς και της καταπίεσης να ματώνουν την ψυχή και την καρδιά τους, όπως των αδελφών τους Μακεδόνων. Η ένωση της Μεγαλονήσου με την Ελλάδα κατείχε την ίδια θέση στην καρδιά του Κρητικού λαού με την απελευθέρωση του ελληνισμού της Μακεδονίας. Η επίλυση αυτών των δύο μεγάλων εθνικών υποθέσεων οδήγησαν στην αναγέννηση της Ελλάδος. Έτσι δικαιολογείται και το γεγονὸς ότι απὸ τους 6.000 εθελοντές Μακεδονομάχους, οι 3.000 ήταν Κρητικοί και απὸ τούς τρείς γενικούς αρχηγούς οι δύο ήταν Κρητικοί.
Μύθοι και Θρύλοι Κρήτης

Μοιραστείτε με τους φίλους σας
Μοιράσου με τους φίλους σου