Wednesday, 20 October, 2021

Στην διάσκεψη των Επιτροπών Ευρωπαϊκών Υποθέσεων συμμετείχε η βουλευτής Θ. Τζάκρη

Στην διάσκεψη των Επιτροπών Ευρωπαϊκών Υποθέσεων συμμετείχε η βουλευτής Θ. Τζάκρη

Η βουλευτής Πέλλας του ΣΥΡΙΖΑ κ. Θ. Τζάκρη μετείχε στην Διάσκεψη των Επιτροπών Ευρωπαϊκών Υποθέσεων των Κοινοβουλίων στην Ρίγα της Λετονίας από 31 Μαΐου ως 2 Ιουνίου 2015 ως μέλος κοινοβουλευτικής αποστολής  του Ελληνικού Κοινοβουλίου.

Κατά την διάρκεια της διάσκεψης συζητήθηκαν μεταξύ άλλων τα θέματα:

1.- Η ενεργειακή πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης: αποτίμηση, προκλήσεις και ευκαιρίες.

2.- Η εμπορική πολιτική της ΕΕ για τα επόμενα 5 χρόνια – έμφαση στις διαπραγματεύσεις για τη συμφωνία ΕΕ-ΗΠΑ.

3.- Το μέλλον του Κοινοβουλευτικού Ελέγχου στις υποθέσεις της ΕΕ.

Στην τοποθέτησή της κατά τη συζήτηση του πρώτου θέματος η βουλευτής ανέφερε ότι:

«Τα τελευταία χρόνια γινόμαστε μάρτυρες συνεχών φυσικών καταστροφών που μας θυμίζουν με τρόπο τραγικό το κόστος της κλιματικής αλλαγής. Και δεν νομίζω να βρίσκεται κανένας μεταξύ μας που να πιστεύει ότι το θέμα των πλημμυρών, των κατολισθήσεων, της ξηρασίας, της υποβάθμισης του περιβάλλοντος δεν μας αφορά, πως ότι παρακολουθούμε στην τηλεόραση βρίσκεται πολύ μακριά μας. ‘Όλοι μας γνωρίζουμε ότι καμιά μεριά του κόσμου δεν μπορεί να μείνει ανεπηρέαστη από τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής. Και όλοι μας γινόμαστε μάρτυρες της αύξησης της συχνότητας και της έντασης των φυσικών καταστροφών που συνδέονται με το περιβάλλον και στα κράτη της Ευρώπης.

Τέτοιου είδους καταστροφές ταιριάζουν ακριβώς με τις εκτιμήσεις της επιστημονικής κοινότητας σχετικά με το πώς θα μοιάζουν οι κλιματικές αλλαγές στις περιοχές αυτές. Τα όλο συχνότερα, πιο έντονα, καιρικά φαινόμενα αποτελούν μια κοινή διαπίστωση όλων αυτών των εκτιμήσεων. Υπενθυμίζουν πως κάθε χώρα πρέπει να προετοιμαστεί και να προσαρμοστεί στις επιπτώσεις που επιφέρει η κλιματική αλλαγή. Μας υπενθυμίζουν, όμως, και ότι πρέπει να δράσουμε το συντομότερο, συλλογικά και αποτελεσματικά.

Απέναντι σε αυτό το κοινό μέτωπο η ΕΕ έρχεται να λειτουργήσει αφενός συμπληρωματικά και ενισχυτικά ως προς τα κράτη μέλη, αφετέρου να τους θέσει όρια, αλλά και περιβαλλοντικούς στόχους.

Τον Δεκέμβριο του 2008 η ΕΕ θέσπισε μια ολοκληρωμένη πολιτική για την ενέργεια και την κλιματική αλλαγή με φιλόδοξους στόχους για το 2020. Ο μαγικός αριθμός είναι το “20”: μείωση των αερίων του θερμοκηπίου κατά 20%, περιορισμός της ενεργειακής κατανάλωσης κατά 20% μέσω της μεγαλύτερης ενεργειακής απόδοσης, κάλυψη του 20% των ενεργειακών αναγκών μας από ανανεώσιμες πηγές.

Θα ήθελα για λίγο να σταθώ στο θέμα της κάλυψης των ενεργειακών μας αναγκών από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Και αυτό καθώς υπάρχουν διεθνείς εκθέσεις πως ενώ την προηγούμενη δεκαετία υπήρξαν μεγάλες επενδύσεις στον τομέα αυτό, την τρέχουσα δεκαετία οι επενδύσεις φθίνουν. Στα ευρωπαϊκά κράτη φθίνουν τα κίνητρα επενδύσεων σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Οι επενδύσεις αυτές απαιτούν από τη μια υψηλές επενδύσεις και από την άλλη μια αγορά η οποία θα εγγυάται στους επενδυτές ένα ελάχιστο κέρδος που θα καθιστά την επένδυση βιώσιμη. Ο ευρωπαϊκός οργανισμός αιολικής ενέργειας πρόσφατα ανακοίνωσε ότι χωρίς ένα σταθερό κανονιστικό πλαίσιο, χωρίς στρατηγικές μακροπρόθεσμες σχετικές με μηχανισμούς στήριξης στο εθνικό επίπεδο και χωρίς ισχυρή δέσμευση από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκειμένου να επιτευχθούν οι καθορισμένοι στόχοι με ορίζοντα το 2030, οι επενδυτές δεν θα έχουν πλέον κανένα όφελος να επενδύσουν. Και συνεχίζει η έκθεση λέγοντας πως ενώ η τεχνολογία βελτιώνεται απουσιάζει η διαμόρφωση ενός πολιτικού και κανονιστικού πλαισίου σταθερού όχι για τα επόμενα 5 αλλά 20 χρόνια. Και αυτό γιατί πρόκειται για επενδύσεις που δεν αποδίδουν άμεσα. Απαιτείται, λοιπόν, μια ξεκάθαρη, μια σταθερή πολιτική. Μια πολιτική που θα λειτουργεί προς μια και μόνο κατεύθυνση: αυτής των κινήτρων στον επενδυτή.

Έχουμε ανάγκη από μια κοινή ενεργειακή πολιτική, από την αύξηση της ανταγωνιστικότητας των κρατών μελών της ΕΕ, από την ενεργειακή ασφάλεια, από την προστασία του περιβάλλοντος. Όλα αυτά, όμως, πρέπει να τα βλέπουμε με μια προοπτική και κυρίως να επικεντρωνόμαστε ως Ευρωπαϊκή Ένωση στους τομείς που ενισχύουν και αναδεικνύουν και το στρατηγικό μας πλεονέκτημα έναντι στον ανταγωνισμό. Θέλουμε να απεξαρτηθούμε ενεργειακά από τη Ρωσία ή καλύτερα να μειώσουμε την ενεργειακή μας εξάρτηση. Η Σαουδική Αραβία διάβαζα πρόσφατα θα εξάγει σε λίγα χρόνια ηλεκτρισμό από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Θέλει δε να καταστεί ο πρώτος παγκόσμιος εξαγωγέας. Εμείς έχουμε ως Ευρώπη ένα πλάνο για το πώς θα μπορούσαμε να πετύχουμε μια ενεργειακή ανεξαρτησία μέσα από μια αλληλοσυμπληρωματικότητα μεταξύ των κρατών και όχι από μια αλληλοσυμπληρωματικότητα των δικτύων παροχής ενέργειας από τρίτα κράτη παραγωγούς; Μήπως αναθερμαίνουμε τη συζήτηση μόνο λόγω της ουκρανικής κρίσης και του γεγονότος ότι το 15% των εισαγωγών φυσικού αερίου στην Ευρώπη περνούν από το ουκρανικό έδαφος; Θα συνεχίζουμε να εισάγουμε το 53% της ενέργειάς μας και θα δίνουμε έμφαση περισσότερο στο να κάνουμε μαζικές παραγγελίες σαν Ένωση για να μειώσουμε το κόστος και όχι να σταματήσουμε αυτή την εξάρτηση;

Νομίζω ότι η κρίση στην Ουκρανία και η συζήτηση εκ νέου των θεμάτων ενέργειας θα πρέπει να αποτελέσει τη χρυσή ευκαιρία να ασχοληθούμε με το θέμα της ενέργειας όχι ως ένα πρόβλημα της ΕΕ, αλλά ως μια χρυσή ευκαιρία για την ΕΕ. Και αυτό θα το πετύχουμε θέτοντας κοινούς στόχους και εκμεταλλευόμενοι τις δυνατότητες που μας δίνει η μοναδική γεωμορφολογία μας».

Επίσης, στην τοποθέτησή της κατά τη συζήτηση του δεύτερου θέματος η κ. Τζάκρη  ανέφερε ότι:

«Το εμπόριο είναι γνωστό ότι αποτελεί σημαντική δραστηριότητα υποστήριξης της οικονομίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Στις σημερινές δύσκολες οικονομικές συνθήκες εξακολουθεί να είναι ένα σημαντικό μέσο για την επίτευξη ανάπτυξης και τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης χωρίς την άντληση δημοσίων πόρων.

Το εμπόριο θεωρείται ως ένας επιταχυντής της ανάπτυξης και μια μοναδική πηγή αύξησης της παραγωγικότητας, αλλά και o συνδετικός κρίκος της Ένωσης με τα νέα κέντρα παγκόσμιας ανάπτυξης.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει παγκοσμίως ο μεγαλύτερος εξαγωγέας, εισαγωγέας, άμεσος ξένος επενδυτής και αποδέκτης άμεσων ξένων επενδύσεων. Η εμπορική πολιτική αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής – έτσι ώστε μόνο η Επιτροπή -και όχι μεμονωμένα τα κράτη μέλη- να μπορεί να νομοθετεί για θέματα εμπορίου και τη σύναψη διεθνών εμπορικών συμφωνιών.

Το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο, του οποίου η δύναμη έχει αυξηθεί μετά τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισσαβόνας, έχει λόγο επί των διαφόρων συμφωνιών. Ο ενισχυμένος ρόλος του φάνηκε από την καταψήφιση της Εμπορικής Συμφωνίας Κατά της Παραποίησης γνωστή και ως (ACTA) που έχει σκοπό την εγκαθίδρυση διεθνών προτύπων για την άσκηση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, με αποτέλεσμα  η σύμβαση να τεθεί σε ισχύ μόνον σε εκείνα τα 6 κράτη που την έχουν επικυρώσει.

Τα εθνικά κοινοβούλια επίσης πρέπει να συμμετέχουν ενεργά στη διαδικασία λήψης αποφάσεων.

Ως εκ τούτου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρέπει να προβαίνει σε ενεργό διάλογο με τα εθνικά κοινοβούλια, λαμβάνοντας υπόψη ότι τα εθνικά κοινοβούλια χρησιμοποιούν διαφορετικά συστήματα για τον έλεγχο μεμονωμένων συμφωνιών της Ένωσης για το εμπόριο και τις επενδύσεις με τις τρίτες χώρες και επίσης τα εθνικά κοινοβούλια πρέπει να βρίσκονται σε πλήρη συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για τα εμπορικά θέματα που επηρεάζουν τους πολίτες της Ένωσης.

Επιπλέον, όσον αφορά τη Διατλαντική Συμφωνία Επενδύσεων και Εμπορίου, επειδή πρόκειται για τη μεγαλύτερη εμπορική συμφωνία η οποία θα επηρεάσει 800 εκατομμύρια ανθρώπους και θα καλύπτει πάνω από το 60% του παγκόσμιου ΑΕΠ, είναι σαφές ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρέπει να υπερασπιστεί τα υψηλά πρότυπα για την ασφάλεια των τροφίμων, την υγεία, την καλή διαβίωση των ζώων, το περιβάλλον, την εργασία, τους καταναλωτές και την προστασία των δεδομένων.

Στο επίμαχο ζήτημα του ISDS (Investment State Dispute Settlement), επιθυμούμε τη διασφάλιση του δικαιώματος των κρατών να νομοθετούν με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον (right to regulate) και τη διατήρηση του υψηλού επιπέδου προστασίας σε ζητήματα εργασιακά, υγείας, πολιτισμού και περιβάλλοντος, σύμφωνα με το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Όπως άλλωστε δήλωσε ο Υπουργός Οικονομίας κ. Σταθάκης “το ζήτημα του ISDS αποτελεί μάλλον προβληματική ρύθμιση, … η οποία θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να έχει περιορισμένο εύρος, ενώ θα πρέπει να υπάρξει ένα ισχυρό ρυθμιστικό πλαίσιο που θα διασφαλίζει ότι δεν θα γίνεται κατάχρηση της ρύθμισης αυτής”.

Σημαντικό, επίσης, ζήτημα για την ελληνική πλευρά αποτελεί η αποτελεσματική προστασία των Γεωγραφικών Ενδείξεων, αλλά και η απελευθέρωση των ναυτιλιακών υπηρεσιών.

Και επίσης είναι ουσιαστικός ο ρόλος των κοινοβουλίων τόσο στην εξασφάλιση της διαφάνειας όσο και στην ενημέρωση των πολιτών της Ένωσης  σχετικά με τις οικονομικές συνέπειες της Συμφωνίας στις αντίστοιχες εθνικές οικονομίες».

Μοιραστείτε με τους φίλους σας
Μοιράσου με τους φίλους σου