Wednesday, 19 January, 2022

Η Αγχόνη του Πάγκαλου για τους καταχραστές: «Υπέρτατος νόμος η σωτηρία της πατρίδος»

Η δύναμη που προσφέρει η κατοχή εξουσίας οδηγεί αρκετές φορές στην κατάχρηση και στην αδικία.
Η ιστορία γράφεται για δύο ανώτερους αξιωματικούς, έναν του στρατού και έναν της χωροφυλακής που ζημίωσαν το δημόσιο ταμείο.
Ο αντισυνταγματάρχης του Στρατού Διονύσιος Δρακάτος και ο ομοιόβαθμός του της Χωροφυλακής Ιωάννης Ζαριφόπουλος καταδικάσθηκαν σε θάνατο από έκτακτο δικαστήριο στις 24 Νοεμβρίου 1925 και εκτελέστηκαν σαν σήμερα, 26 Νοεμβρίου 1925, στου Γουδή.
Όλα ξεκίνησαν όταν ο δικτάτορας Θεόδωρος Πάγκαλος εξέδωσε νομοθετικό διάταγμα, με το οποίο τα σοβαρά παραπτώματα θα υπάγονταν στην αρμοδιότητα του στρατοδικείου και η ποινή θα μπορούσε να είναι θανατική δια απαγχονισμού. Σε αυτά τα παραπτώματα περιλήφθηκε και η κατάχρηση του δημόσιου χρήματος.
Ο Θεόδωρος Πάγκαλος, που εμφανιζόταν ως αμείλικτος τιμωρός των καταχραστών του δημόσιου χρήματος, κατηγορήθηκε μετά την πτώση του για πλήθος οικονομικών σκανδάλων.
Στις 20 Ιουλίου το 1925 ο δικτάτορας εξέδωσε το διάταγμα. Το συγκεκριμένο νομοθέτημα ήταν σε ισχύ για ένα χρόνο, όσο δηλαδή και η δικτατορία του Πάγκαλου.
Η Δίκη
Ήταν 16 Οκτωβρίου 1925 όταν ξεκίνησε η δίκη. Στην αίθουσα την Α’ Διαρκούς Στρατοδικείου Αθηνών βρίσκονταν 21 κατηγορούμενοι, 3 στρατιωτικοί, ένας αστυνομικός, ένας πρώην στρατιωτικός και 16 πολίτες.
«Δια πλαστογραφιών και απατών και άλλων αθεμίτων μέσων αφήρεσαν κατά διαφόρους εποχάς χρήματα του δημοσίου», ήταν η κατηγορία.
Το ποσό, σύμφωνα με το παραπεμπτικό βούλευμα, ανερχόταν σε 25 εκατομμύρια δραχμές.
Οι 21 κατηγορούμενοι παραπέμφθηκαν με 7 βουλεύματα τα οποία και περιγράφονται αναλυτικά στο ΕΜΠΡΟΣ της 16-10-1925
Η κομπίνα είχε στηθεί ως εξής:
Μέλη της σπείρας παρουσιάζονταν στις αρμόδιες αρχές και διεκδικούσαν χρηματικά ποσά για δήθεν επιτάξεις περιουσιακών τους στοιχείων κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία (1919-1922).

Με βάση τις δηλώσεις τους και με τη βοήθεια των αξιωματικών που ήταν στο κόλπο εκδίδονταν υπέρ τους εντάλματα πληρωμών, άλλοτε γνήσια και άλλοτε πλαστά.
Στη δίκη εκλήθησαν 150 μάρτυρες κατηγορίας μεταξύ των οποίων και ο πρωθυπουργός, ο οποίος βέβαια δεν πήγε, και 100 μάρτυρες υπεράσπισης.
Την υπεράσπιση των κατηγορουμένων ανέλαβαν 30 γνωστοί δικηγόροι της εποχής μεταξύ των οποίων οι Λυκουρέζος, Μπαμπάκος, Κ, Αγ. Τσουκαλάς, Λαδάς και Σγουρίτσας.
Πρόεδρος του δικαστηρίου, ήταν ο στρατιωτικός δικαστικός σύμβουλος Δάρας, μέλη οι αντισυνταγματάρχες Ζέρβας και Περιστέρης, οι λοχαγοί Παπακυριαζής και Παπαδόπουλος και οι ένορκοι Κομνηνός καπνοπώλης, και Ανδ. Βήχος έμπορος ποδηλάτων Κυβερνητικός επίτροπος ήταν ο διευθυντής του δικαστικού τμήματος του Α΄ Σώματος Στρατού Κρ. Μπουφίδης
«Υπέρτατος νόμος είναι η σωτηρία της πατρίδος»
Οι συνήγοροι υπεράσπισης υπέβαλαν ένσταση αναρμοδιότητας του δικαστηρίου, επειδή τα αδικήματα είχαν διαπραχθεί πριν από την έναρξη ισχύος του νομοθετήματος Πάγκαλου.
Το δικαστήριο απέρριψε την ένσταση και με το επιχείρημα ότι «Υπέρτατος νόμος είναι η σωτηρία της πατρίδος», κατά παράφραση της γνωστής ρήσης του Κικέρωνα («Salus populi suprema lex esto»).
Η ακροαματική διαδικασία διάρκεσε μέχρι της 23 Νοεμβρίου και κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης, που παρακολουθούσε τη δίκη στην ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα του στρατοδικείου, αλλά και μέσα από τα πολυσέλιδα αφιερώματα των εφημερίδων.
Μισή ώρα μετά τα μεσάνυχτα της 24ης Νοεμβρίου, ο στρατοδίκης Δάρας διάβασε την ετυμηγορία του δικαστηρίου.
Τρεις από τους κατηγορουμένους καταδικάσθηκαν στην εσχάτη των ποινών, ο αντισυνταγματάρχης του Στρατού Διονύσιος Δρακάτος, ο αντισυνταγματάρχης της Χωροφυλακής Ιωάννης Ζαριφόπουλος και ο έμπορος Αριστείδης Αϊδινλής, δύο σε ισόβια δεσμά, επτά σε διάφορες ποινές φυλάκισης, ενώ οι υπόλοιποι εννέα κατηγορούμενοι αθωώθηκαν. Αμέσως μετά, ο πρόεδρος του δικαστηρίου εξέφρασε την ευχή να μην εκτελεστεί η θανατική ποινή, επειδή «εις άπαντα τα πεπολιτισμένα κράτη δεν εφαρμόζεται η εσχάτη των ποινών».

Ο Θεόδωρος Πάγκαλος, όμως, είχε διαφορετική γνώμη και διέταξε την εκτέλεση της θανατικής ποινής για παραδειγματισμό, παρά τις εκκλήσεις του προέδρου του δικαστηρίου, που τον επισκέφθηκε προσωπικά, αλλά και του Προέδρου της Δημοκρατίας, Παύλου Κουντουριώτη. Ωστόσο ο Πάγκαλος ξανακάλεσε τα μέλη του δικαστηρίου και τελικά αποφάσισε να μην εκτελεστεί η ποινή για τον Αϊδινλή.

Η εκτέλεση
Την διαδικασία της εκτέλεσης της εσχάτης των ποινών ανέλαβε το Α’ Σώμα Στρατού, που τότε έδρευε στην Αθήνα.

Τόπος, ο συνήθης για τέτοιες περιστάσεις, στου Γουδή, δίπλα στο νοσοκομείο «Σωτηρία». Χρόνος, η 9η πρωινή της 26ης Νοεμβρίου. Την ημέρα της εκτέλεσης, οι φύλακες ξύπνησαν τους τρεις μελλοθανάτους στις 5 το πρωί.

Ο Ζαριφόπουλος είχε διατηρήσει την ψυχραιμία του και έστειλε τηλεγράφημα προς τους άλλους καταδίκους στο οποίο έγραφε:
«Ταξίδιον ευχάριστον. Στοπ.Βρόγχος γλυκύτατος εξαποστέλλει ημάς μακράν υμών. Παρακαλώ τηρήσατε ψυχραιμίαν και υπομονήν, αναμιμνησκόμεθα ότι θάττον ή βράδιον θέλομεν συναντηθή εκεί όπου ήδη ημείς βαίνομεν και ένθα ουδέ πόνος ουδέ στεναγμός υπάρχει. Εάν ποτέ είτε θεληματικώς ως κακοί άνθρωποι είτε αθελήτως ελυπήσαμεν υμάς, παρακαλούμεν κρατήσατε απόψεις σας ίνα επιλύσωμεν αυτάς κατά την συνάντησιν μας».
Μάλιστα είπε στον υπαρχιφύλακα που ήταν στο κελί:
«Κοίταξε να με σηκώσεις πρωί αύριο. Μη μ’ αφήσεις και με πάρει ο ύπνος»
Δύο ώρες αργότερα έλαβαν το τελευταίο τους γεύμα, το οποίο, σύμφωνα με τον Τύπο της εποχής, περιλάμβανε κοκορέτσι, μαρίδες, σταφύλια και ρετσίνα.
Λίγο αργότερα, ο τρίτος της παρέας των μελλοθανάτων, ο έμπορος Αριστείδης Αϊδινλής, πληροφορήθηκε το ευχάριστο γεγονός ότι δεν θα εκτελεστεί, καθώς έλαβε αναστολή.
Η πομπή με τους δύο, τελικά, μελλοθανάτους έφθασε στον προγραμματισμένο χώρο της εκτέλεσης λίγο πριν από τις 9 το πρωί στις 26 Νοεμβρίου, ενώ πλήθος κόσμου είχε λάβει θέσεις για να παρακολουθήσει το μοναδικό θέαμα, καθώς πρώτη φορά γινόταν εκτέλεση δια απαγχονισμού στην Ελλάδα.
Ο Τύπος υπολόγισε το συγκεντρωμένο πλήθος σε 20.000, πολλοί από τους οποίους βρίσκονταν εκεί από το βράδυ για να εξασφαλίσουν μία καλή θέση με θέα το ικρίωμα.
Ανάμεσα στο πλήθος βρισκόταν και ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης, που αργότερα θα γράψει το ποίημα «Η πεδιάς και νεκροταφείον» που μιλά για τον φόβο και την έννοια της δικτατορίας.
«Σύρατε»
Ήταν ένας χώρος γυμνός περικυκλωμένος από δένδρα. Στο μέσο του είχε στηθεί το ικρίωμα σε σχήμα Π. Από τον οριζόντιο στύλο κρέμονταν τρία σχοινιά που κατέληγαν σε βρόχο.
Γύρω από το ικρίωμα ήταν παραταγμένα στρατιωτικά τμήματα, πεζικού και μία ίλη ιππικού, και το γενικό πρόσταγμα είχε ο αντισυνταγματάρχης Βασίλειος Ντερτιλής. Στις 9:15 π.μ. οι δύο μελλοθάνατοι παραδίδονται στον εθελοντή δήμιο Κοτρωνάρο, ο οποίος αφού πρώτα τους δένει τα χέρια, στη συνέχεια τους καλύπτει το πρόσωπο με λευκές κουκούλες και τους σφίγγει τον βρόχο στο λαιμό. Η μεγάλη στιγμή έχει φθάσει.
Στις 9:21 π.μ, ο επικεφαλής αξιωματικός του εκτελεστικού αποσπάσματος ανθυπασπιστής Κυριακού δίνει το πρόσταγμα «Σύρατε».
Τα ανάβαθρα σύρονται απότομα και τα δύο σώματα αιωρούνται άψυχα στο κενό. Στη συνέχεια, τα στρατιωτικά τμήματα παρελαύνουν μπροστά από το ικρίωμα και η σεμνή τελετή λαμβάνει τέλος.


Σε εφημερίδα της εποχής γράφεται:
«Oι κατάδικοι με δεμένας όπισθεν τας χείρας θα οδηγηθούν υπό το ικρίωμα και ακριβώς επί του κάτωθεν της αγχόνης ευρισκομένου αναβάθρου. Ευθύς αμέσως ο επί κεφαλής δεκανεύς ιστάμενος όπισθεν εκάστου των καταδίκων θα περιβάλη τον τράχηλον αυτού διά του βρόγχου μεριμνών όπως καλυφθούν ταυτοχρόνως η κεφαλή και οι ώμοι του μελλοθανάτου διά της προσδεδεμένης εις τον βρόχον καλύπτρας.
Μετά το παράγγελμα «σύρατε» του επί κεφαλής του αποσπάσματος Ανθυπασπιστού, οι άνδρες του αποσπάσματος σύρουν δι’ αποτόμου και ισχυράς ανελκύσεως το ανάβαθρον εφ΄ου ίσταται ο μελλοθάνατος, επερχομένου κατόπιν ακαριαίως του θανάτου.
Μετά το πέρας της εκτελέσεως το στρατιωτικόν τμήμα θα παρελάση προ των αιωρουμένων πτωμάτων».
Το σχετικό εκείνο διάταγμα καταργήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1926. Βέβαια η καταδίκη αυτή ήταν απολύτως παράνομη γιατί εκτελέστηκαν βάσει νόμου που εκδόθηκε μετά την διάπραξη του αδικήματος τους.(Ιστορία του Ελλ. Έθνους Εκδ. Αθηνών Τόμος ΙΕ σελ 293).

Μοιραστείτε με τους φίλους σας
Μοιράσου με τους φίλους σου