Friday, 14 June, 2024

Ξεσπά η μητέρα της Έμμας για την απαλλαγή της συνοδηγού του ΙΧ που τη σκότωσε

Οργισμένη είναι η αντίδραση της μητέρας της Έμμας Καριωτάκη, που χάθηκε άδικα και ξαφνικά τον περασμένο Νοέμβριο στην οδό Εγνατία

στο ύψος της Καμάρας, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, όταν και παρασύρθηκε από αυτοκίνητο, ο οδηγός του οποίου εξαφανίστηκε μετά την παράσυρση.

Η αντίδραση είναι εξαιτίας του βουλεύματος του Δικαστικού Συμβουλίου που απαλλάσσει από κάθε κατηγορία τη 19χρονη συνοδηγό και στέλνει στο εδώλιο του κατηγορουμένου στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων, στη δίκη που θα γίνει στις 7 Νοεμβρίου, μόνο τον 27χρονο οδηγό. Η Κέλλυ Καμπάκη ξεσπά στην εφημερίδα «Πατρίς»:

«Αντιλαμβάνομαι πλήρως την αδυναμία της να κατέβει και να προσφέρει βοήθεια στο παιδί μου τη συγκεκριμένη στιγμή που έγινε το κακό. Δεν μπορώ να καταλάβω όμως πως είναι δυνατόν να μην ειδοποιεί τις αρχές με την πρώτη ευκαιρία και αντ’ αυτού να πηγαίνει στη δουλειά της λέγοντας στις φίλες της ότι θα πάει να παραδοθεί όταν θα τελειώσει την οκτάωρη βάρδιά της. Πράγμα που δεν θα μπορέσουμε να επιβεβαιώσουμε ποτέ καθώς συνελήφθη μισή ώρα πριν ολοκληρώσει τη βάρδια της. Πως είναι δυνατόν ενώ συνελήφθη και ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον της τελικά το βούλευμα να την απαλλάσσει με το επιχείρημα ότι παρουσιάστηκε αυτοβούλως και αυθορμήτως; Πως είναι δυνατόν ενώ δεν κατηγορείται, τελικά να μην καλείται ούτε καν ως μάρτυρας στη δίκη; Ενώ ήταν η μόνη που τα είδε και τα βίωσε όλα… Αν ήθελε πραγματικά να βοηθήσει θα πήγαινε στην αστυνομία πριν πάει στη δουλειά…».

Στην υπόθεση του τραγικού τροχαίου δυστυχήματος που στοίχισε τη ζωή στην 21χρονη φοιτήτρια Έμμα Καριωτάκη το βούλευμα είναι καταπέλτης για τον 27χρονο οδηγό αλλά όχι για τη συνοδηγό και απέρριψε ουσιαστικά την εισαγγελική πρόταση που ζητούσε να παραπεμφθεί σε δίκη η 19χρονη γιατί δεν ειδοποίησε τις αρχές:

«Αν και ήταν συνοδηγός στο επιβατηγό αυτοκίνητο, το οποίο ενεπλάκη σε οδικό τροχαίο ατύχημα, από το οποίο επήλθε θανάσιμος τραυματισμός άλλου προσώπου και δη της Εμμανουέλας Καριωτάκη, που πεζή διέσχιζε κάθετα το οδόστρωμα της Εγνατίας οδού, στο ύψος της Καμάρας, με κίνηση από τα δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του οχήματος, έχοντας φτάσει σχεδόν στο μέσο αυτού, επί της διπλής διαχωριστικής γραμμής, η οποία παρασύρθηκε από το ως άνω όχημα στο οποίο επέβαινε ως συνοδηγός, εγκατέλειψε τον τόπο του ατυχήματος και δεν σταμάτησε για να δώσει την αναγκαία βοήθεια και συμπαράσταση στην ανωτέρω παθούσα, ούτε ειδοποίησε την πλησιέστερη Αστυνομική Αρχή, παραμένοντας στον τόπο του ατυχήματος μέχρι την άφιξή της, παρά διέφυγε με το ως άνω αυτοκίνητο προς άγνωστη κατεύθυνση».

Μάρτυρας της υπόθεσης επιπλέον ανέφερε ότι είδε οδηγό και συνοδηγό μετά το τροχαίο αλλά κανείς από τους δύο δεν του είπε τι έχει συμβεί:

«Συνομιλώντας μαζί τους και ρωτώντας τους τι συνέβη και εάν χρειάζονται κάποια βοήθεια, αυτοί του αποκρίθηκαν ψευδώς ότι δήθεν προσέκρουσαν σε κάποιο στηθαίο και ότι δεν μπορούσαν να απεγκλωβίσουν το όχημα χωρίς βεβαίως να έχουν τραυματιστεί. Τότε εκείνος προσφέρθηκε να τους μεταφέρει στο τόπο που επιθυμούσαν, όπως και έγινε».

Το Δικαστικό Συμβούλιο όμως κατέληξε για τη συνοδηγό ότι:

«Αναφορικά με τις αποδιδόμενες στη δεύτερη κατηγορουμένη αξιόποινες πράξεις, δεν υφίστανται επαρκείς ενδείξεις ενοχής», ενώ δεν ισχύει πλέον και η απαγόρευση εξόδου από τη χώρα, όρος που της είχε επιβληθεί ανακριτικά.

Στο σκεπτικό του βουλεύματος που παρουσιάζει αποκλειστικά η εφημερίδα «Πατρίς» αναφέρεται χαρακτηριστικά:

«Από το σύνολο των στοιχείων της δικογραφίας προέκυψαν ειδικότερα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά αναφορικά με την επίμαχη συμπεριφορά της ήδη δεύτερης κατηγορουμένης, συνοδηγού στο αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο πρώτος κατηγορούμενος. Η κατηγορουμένη, ηλικίας μόλις 19 ετών, κατά τον χρόνο του δυστυχήματος, έβαινε προς το κέντρο της πόλης της Θεσσαλονίκης με σκοπό τη διασκέδαση, για τον λόγο δε αυτόν δέχτηκε και την πρόταση του πρώτου κατηγορουμένου, γνωστού (και όχι οικείου, φιλικού) προσώπου, να τη μεταφέρει με το ως άνω αυτοκίνητο που θα οδηγούσε ο ίδιος από την περιοχή της Τούμπας και δη από το κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος… όπου και συναντήθηκαν τη νύχτα της 21.11.2022.

Κατά τη διαδρομή αυτήν, έλαβαν χώρα τα επίμαχα πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά λεπτομερώς διαλαμβάνονται στην ως άνω εισαγγελική πρόταση, εξαιτίας των οποίων επήλθε ο θανάσιμος τραυματισμός της πεζής Εμμανουέλας Καριωτάκη. Για το επίδικο τροχαίο δυστύχημα η δεύτερη κατηγορουμένη ουδεμία ευθύνη φέρει, επιπλέον δε επέβαινε ως συνοδηγός σε ένα όχημα την κίνηση του οποίου κατ’ επέκταση- αδυνατούσε να ορίσει. Η ακινητοποίηση του οχήματος (προκειμένου οι επιβαίνοντες σε αυτό να προσφέρουν τη βοήθειά τους στην παθούσα) ήταν αποκλειστικά απόφαση του οδηγού, ο οποίος, όχι μόνο δεν έπραξε τα δέοντα όπως αυτά αλλά αντιθέτως έφυγε από τον τόπο του δυστυχήματος, αναπτύσσοντας μεγάλη ταχύτητα και εγκαταλείποντας εν τέλει την από τον ίδιο τραυματισθείσα.

Κατά συνέπεια, η δεύτερη κατηγορουμένη δεν είχε τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ του δέοντος, σύμφωνα με την οικεία διάταξη του Νόμου, και της παράβασης αυτής, προϋπόθεση απαραίτητη για να της αποδοθεί η αντίστοιχη αξιόποινη πράξη. Ακόμα ειδικότερα αναφορικά με τη μερικότερη υποχρέωσή της να ειδοποιήσει την πλησιέστερη αστυνομική αρχή, σημειωτέον ότι η κατηγορουμένη τελούσε υπό καθεστώς σοκ και τρόμου, έχοντας μόλις βιώσει ένα αιφνίδιο αποτρόπαιο γεγονός, περαιτέρω δε πείστηκε από τα καθησυχαστικά λεγόμενα του οδηγού του αυτοκινήτου ότι θα έπραττε ο ίδιος τα δέοντα (ως όφειλε). Τα τελευταία επιρρωνύονται ιδίως από την από 24.11.2022 έκθεση εξέτασης του κατηγορουμένου, o οποίος προανακριτικά ανέφερε επί λέξει τα εξής: «Για τη συνοδηγό μου {…} θέλω να πω ότι μετά το ατυχές συμβάν παρέμεινε στο όχημα μέχρι που την αποβίβασα. Της είπα μάλιστα ότι εγώ θα πράξω τα νόμιμα και έτσι την καθησύχασα ότι εγώ θα ασχοληθώ με το θέμα.», περιεχόμενο το οποίο ταυτίζεται απόλυτα με το αντίστοιχο σκέλος της δικής της, από 23.11.2Ο22, προανακριτικής κατάθεσης: «Ανεβήκαμε την οδό Ιασωνίδου και μπήκαμε σε κάτι στενά.

Τότε συνήλθα λίγο και ενώ το όχημα κινούνταν, επιχείρησα να κατέβω, φωνάζοντάς του να σταματήσει. Αυτός προσπάθησε να με ησυχάσει και μου είπε ότι σε λίγο θα σταματούσε. Φτάσαμε στο δάσος του Σέιχ Σου και σταματήσαμε. Βγήκα από το αυτοκίνητο και του ζητούσα επίμονα να φύγω. Με καθησύχασε λέγοντάς μου ότι θα μάθει αν η κοπέλα είναι καλά και μετά θα κάνει ό,τι πρέπει και ό,τι ορίζει o νόμος». Κατ’ ακολουθία όλων των ανωτέρω και δεδομένων του ιδιαίτερα νεαρού της ηλικίας της κατηγορουμένης και της αυταπόδεικτης αδυναμίας της διαχείρισης κρίσιμων καταστάσεων, της έλλειψης -κατά τον κρίσιμο χρόνο- δυνατότητας επιλογής του δέοντος (το οποίο εύλογα αγνοούσε, με τη νομική του όρου έννοια, παρά επιθυμούσε να ενεργήσει ανθρώπινα και κατά το ηθικά δέον), του σοκ που υπέστη από τη βιαιότητα του γεγονότος που εκτυλίχθηκε όλως αιφνιδίως μπροστά της, και κυρίως της εν τέλει (έστω και ετεροχρονισμένα) αυτόβουλης και αυθόρμητης προσέλευσής της στις αρμόδιες Αστυνομικές Αρχές με αδιαμφισβήτητο σκοπό να συνδράμει στο έργο αυτών, δεν θα πρέπει να απαγγελθεί κατηγορία εναντίον της για τις εν λόγω αξιόποινες πράξεις»… δείτε εδώ

Μοιραστείτε με τους φίλους σας
Μοιράσου με τους φίλους σου